Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Μπουκάλι Κολόνιας.

Θυμάμαι ελάχιστα εκείνον τον χειμώνα. Λογικά θα ήταν ένας από τους ξενέρωτους χειμώνες της Αθήνας,χωρίς χιόνι.Κρύο είχε.Δεν θυμάμαι να κρύωνα, άλλα κρύο είχε χωρίς καμία αμφιβολία. Θυμάμαι την αίσθηση του να μην νιώθεις το ζεστό αίμα να κυλά στις φλέβες σου, να μην ακούς την καρδιά σου να χτυπά στους ρυθμικούς ήχους των ζωντανών. Ήταν ο χειμώνας των νεκρών, των δικών μου νεκρών. 

Η διαδρομή από το αεροδρόμιο προς το κέντρο ήταν η αγαπημένη μου. Βράδυ έφτασα, πάντα μου αρέσει να ταξιδεύω το βράδυ. Η ρουτίνα του αεροδρομίου : όλα με ενοχλούν και έχω αναστατωμένη διάθεση μέχρι να παραλάβω τις αποσκευές μου από τον ηλίθιο ιμάντα με τους πάντα ηλίθιους τριγύρω που τον έχουν περικυκλώσει όπως οι αηδιαστικές μύγες περικυκλώνουν το άτυχο ψόφιο ζωύφιο . Εμένα πάντα θα με βρεις προς το τέλος του ιμάντα, εκεί έχει πολύ λιγότερο κόσμο,και κυρίως πιο υπομονετικούς ανθρώπους. Μου αρέσει η υπομονή, σαν έννοια, σαν παιχνίδι, σαν όπλο,εξασκούμαι συχνά σε αυτή, αλλά δεν είναι και το φόρτε μου. Δεν μου αρέσει να κάνω υπομονή γενικά, μόνο εκεί που πρέπει,μόνο όταν χρειάζεται, μόνο εκεί που κάνει καλό και σε μένα και στους γύρω μου. Για καλή μου τύχη,οι βαλίτσες μου δεν άργησαν, τις μάζεψα γρήγορα-γρήγορα,θα έριξα και κανένα τίναγμα του κεφαλιού,το επιβάλει η φράντζα, τις τακτοποίησα γύρω μου και ετοιμάστηκα να τις τσουλίσω ευγενικά μαζί μου μην μπλεχτούν τα πόδια μου με τα ροδάκια και γίνω ρεζίλι στους ηλίθιους.

Το πρώτο κύμα της ανακούφισης είχε φτάσει, όδευα προς την έξοδο όπου θα με περίμενε εκείνος. Εκείνος, τι να σας πρωτοπώ για εκείνον..Τίποτα δεν θα σας πω. Μόνο πως τον αγαπούσα πολύ. Ακόμα τον αγαπάω,πάντα θα τον αγαπάω. Ετοίμασα γρήγορα ένα εντυπωσιακό χαμόγελο που τα περιείχε όλα -αγάπη,χαρά,αγνότητα,δυναμικότητα, οι πόρτες άνοιξαν, δεν άργησα να τον εντοπίσω μέσα στο πλήθος. Ψηλός,με επιβλητική παρουσία,ζεστό χαμόγελο-ξεχώριζε, παντού ξεχώριζε, και κρατούσε και ένα χριστουγεννιάτικο λούτρινο που έγραφε το όνομα μου για να μου το δώσει. Αν μου έκλεινες τα μάτια θα ακολουθούσα τις μυρωδιές και θα τον εντόπιζα και πάλι. Αυτός λατρεία με το έξοχο ντύσιμο και τα απίστευτα αρώματα, εγώ με τις ευαισθησίες μου στις μυρωδιές, θα τον εντόπιζα στα σίγουρα για να μην αργήσω να πέσω στην τόσο ζεστή αγκαλιά του. Και η αγκαλιά του έχει άλλο άρωμα,διαφορετικό, και δεν υπάρχει στο ράφι με τις κολόνιες του.

Στο αμάξι,λογικά θα προσπεράσαμε τις κοινότυπες ερωτήσεις για το διάστημα που ήμασταν μακριά,εγώ θα χάζευα τη διαδρομή,που τόσο μου άρεσε γιατί είχα φτάσει επιτέλους,τον είχα δίπλα μου και σίγουρα μπροστά μας είχαμε αρκετές μέρες να περάσουμε μαζί μέχρι να φύγω πάλι και να ξανά γυρίσω. Γιατί σε αυτόν γύριζα, δεν πήγαινα. Κάπου εκεί άρχισε να μου μιλάει για το αμάξι, ότι αποφάσισε πλέον να το αποχωριστεί μετά από τόσα χρόνια και να πάρει ένα καινούριο μιας που οικονομικά του έβγαιναν μια χαρά. Άρχισε να μιλάει με ενθουσιασμό για το καινούριο,είχε ήδη δώσει προκαταβολή και το περίμενε μάλλον μετά τις γιορτές. Χάρηκα, αλλά ένιωσα μία θλίψη για το παλιό μας κόκκινο celica. Η εικόνα του είναι συνδεδεμένη με εκείνον,και δεν το λέω μόνο εγώ αλλά και όλοι όσοι τον ξέρουν.

Οι επόμενες μέρες ίσως κύλησαν χαλαρά,και γιατί όχι ; Δεν υπήρχε λόγος βιασύνης για το οτιδήποτε. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και μας ενδιέφερε να τελειώσουμε με τις υποθέσεις του γραφείου, να πληρώσουμε λογαριασμούς και θα φεύγαμε ένα σύντομο ταξίδι. Κάπου θα πηγαίναμε, αλλά και η ονομασία του προορισμού έχει διαγραφεί από τη μνήμη μου. Η μνήμη μου μετά από εκείνον τον χειμώνα έχει αποκτήσει δική της προσωπικότητα, ό,τι με στεναχωρεί και με πληγώνει διαγραφέται αυτόματα από αυτήν. Η μνήμη μου βρίσκεται πολλές φορές σε ένα δικό της επίπεδο άρνησης, και την αφήνω μόνη της, να κάνει όπως νομίζει ότι είναι το καλύτερο για εκείνην. Δεν θέλω να επέμβω σε τέτοιες υποθέσεις.

24 του μήνα. Ο καιρός απαίσιος,μουντός.Είμαστε λίγο πολύ όλοι αγχωμένοι, αργά το απόγευμα πρέπει να κλείσουμε εισιτήρια για το ταξίδι και αύριο ταξιδεύουμε. Είμαστε ακόμα στο γραφείο. Εγώ σε ένα άξεστο λάπτοπ προσπαθώ να δω μία καινούρια ταινία μίας αγαπημένης σειράς.Νομίζω έξω είχε αρχίσει να χαλάει ο καιρός. Όχι μην σκεφτείτε τίποτα όμορφο και χριστουγεννιάτικο, μία ηλίθια βροχή της βρωμόπολης ήταν. Βροχή,τρόπος του λέγειν, ενοχλητικές ψιχάλες. Εκείνος στο γραφείο ασχολούνταν με τα τηλεφωνήματα και τα emails της δουλειάς, θα είχε πιει από το πρωί δύο-τρία χάπια παρακεταμόλης να ηρεμήσει τους πόνους από τους πονοκεφάλους ή ότι άλλον τον βασάνιζε. Ποτέ δεν μου είχε πει. Ποτέ δεν θα έλεγε σε κανέναν. Αυτός ήταν πάντα ο γερός και ο ακέραιος, ο βράχος,ο δυνατός. Και ήταν βράχος, και στήριγμα και ολόκληρη κολόνα του Παρθενώνα ήταν για μένα, και κάτι παραπάνω.Αλλά πάνω από όλα είχε αυτή την περίεργη σύνδεση με το αμάξι αυτό.Και αυτό είχε τώρα χαλάσει, και θα το αντικαθιστούσε και έπρεπε να πάει κάτω εκείνη την μέρα να φτιάξει το παράθυρο που είχε χαλάσει.

Πριν κατέβει κάτω είχε το θράσος να με κάνει να σταματήσω την ροή της ταινίας μου για να τον ακούσω ότι "πάει κάτω".Και κάτω πήγε, και πέθανε, και νοσοκομείο πήγε και πάλι νεκρός ήταν.
Το τι ακολούθησε μετά, το τι παράνοια έζησα από όλο το σόι, δεν περιγράφεται. Τόση υποκρισία για τον θάνατο δεν μπορώ να την καταλάβω. Και τι θα γίνει δηλαδή αν τον κλάψεις τον νεκρό όταν δεν ήσουν εκεί που σε χρειάστηκε ζωντανός ; Άρα τις τύψεις κλαις και όχι τον νεκρό. Και δεν είχα καμία όρεξη να τους ακούω όλους εκεί πέρα να κλαίνε και να ουρλιάζουν λες και τον μεγάλωσαν στις ποδιές τους. Υποκριτές. Και δεν τους άκουγα. Τι νομίσατε ; Θα τους άκουγα ; Όχι δα.

Εδώ βρισκόμαστε και στο κομμάτι που λείπει. Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε,πως έγινε,γιατί έγινε. Θυμάμαι λίγα άτομα που ήρθαν στην κηδεία και πολλά άτομα που δεν τους ήξερα καν. Θυμάμαι ελάχιστους δικούς μου ανθρώπους που ήρθαν καθαρά για μένα αλλά δεν θυμάμαι πότε και πως μπόρεσαν να έρθουν Αθήνα μόνο και μόνο για την κηδεία. Από που το έμαθαν,ποιος τους ειδοποίησε και όλα αυτά. Θυμάμαι την άμεση συμπαράσταση της μητέρας μου που βρέθηκε με μιας Αθήνα και δίπλα μου. Πολλοί ήταν εκεί. Και κυρίως αυτούς τους πολλούς εγώ δεν τους ήξερα και δεν τους ήθελα εκεί. 

Μετά πέρασαν οι μέρες, δεν θυμάμαι πότε και πως, ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε ξανά για Χαλκιδική.Από το γραφείο του μπαμπά θέλησα να πάρω μόνο την κολόνια του που τόσο μου άρεσε και του το είχα πει. Θυμάμαι είχε γελάσει και μου είχε πει "αν είναι θα την προσέχω μην την τελειώσω γρήγορα". Δεν θα τελειώσει καθόλου γρήγορα αυτό το μισό άδειο μπουκάλι μπαμπά . Σου το προσέχω εγώ για σένα.